Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

Blue Jean Blues

Πρωτομαγιά ημέρα απεργίας που όλοι αξιοποιούμε ως αργία. Έτσι και εγώ ξεκίνησα να συναντήσω μία καλή παρέα για ένα καφέ και φαγητό, αξιοποιώντας τη καταπληκτική και ηλιόλουστη μέρα. Με τη πλέον χαλαρή διάθεση κατέβηκα στο κέντρο της πόλης. Πολύς κόσμος είχε την ίδια ιδέα με εμένα και έτσι οι δρόμοι ήταν κατακλυσμένοι από πολλούς ανθρώπους και φυσικά από όμορφες υπάρξεις.
Κάτι είδα μέσα στο πλήθος, κάτι γνώριμο. Εσένα. Θεέ μου τι στο καλό γύρευες εδώ. Το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσα να φανταστώ ποτέ μου ήταν ότι θα σε έβλεπα εδώ. Και ήσουν εσύ, σίγουρα, θα στοιχημάτιζα και την ίδια μου τη ζωή και ας έχουν περάσει δέκα και πλέον χρόνια από τη τελευταία φορά που σε αντίκρισα. Μα πως είσαι τόσο σίγουρος θα μπορούσε να με ρωτήσει κάποιος. Σε γνώρισα από το παντελόνι. Ένα εφαρμοστό ξεβαμμένο Blue Jean που σου είχα αγοράσει πριν δεκατέσσερα χρόνια.
Στο είχα αγοράσει μία μέρα πριν τη συναυλία του Albert Collins. Σε ήθελα Blues γκόμενα και όχι με εκείνα τα επαρχιώτικα συνολάκια που όταν φορούσες θύμιζες μπομπονιέρα. Στο είχα πάρει με το υστέρημα μου από το φοιτητικό χαρτζιλίκι μου. Αυτό που σίγουρα δεν είχα φανταστεί την ημέρα που στο αγόραζα, ήταν ότι αγόραζα το αντικείμενο του πόθου μου.
Θα αναγνώριζα αυτό το Jean ανάμεσα σε όλα τα Jeans του κόσμου. Θα αναγνώριζα αυτό το σώμα που το φορούσε ανάμεσα σε όλα τα γυναικεία σώματα. Κανείς δε γνωρίζει αυτό το σώμα όσο εγώ. Κανείς δε μπορεί να το γνωρίζει.
Ήσουν εσύ και αυτό δε χωράει καμία αμφισβήτηση. Αμφισβήτηση δε χωράει και το γεγονός ότι το παντελόνι που φορούσες ήταν αυτό. Αυτό που κάθε φορά, για ώρες πριν έρθω σπίτι με έκανε να σκέφτομαι και να ανυπομονώ για τη στιγμή που θα σε δω. Για τη στιγμή που όλο μανία θα σου το έβγαζα. Πάντα ήθελα να στο τραβήξω με τόση δύναμη ώστε να γίνει κουρέλι. Μα τελευταία στιγμή κάτι με σταματούσε. Πως να κατέστρεφα το αντικείμενο του πόθου μου. Πως να κατέστρεφα τον ίδιο μου τον πόθο.
Είναι παράξενο, αλλά όταν σε είδα δε σκέφτηκα το πόσο πολύ κάποτε σε ερωτεύτηκα. Δε σκέφτηκα το πόσο πολύ με απογοήτευσες. Το μόνο που ήθελα ήταν να σε αρπάξω εκεί στη μέση του δρόμου και να σου βγάλω με μανία το παντελόνι...
Τα πόδια μου τρέμανε, τα χέρια μου μούδιασαν, πως είναι δυνατό ένα αντικείμενο, ένα ρούχο, να μου δημιουργεί όλη αυτή τη ταραχή; Προς στιγμή σκέφτηκα να σου μιλήσω, αλλά ο εγωισμός μου αποδείχτηκε ποιο δυνατός από την επιθυμία μου. Δεν ήθελα να με δεις αδύναμο και ηττημένο μπροστά στο αντικείμενο του πόθου μου. Στάθηκα και σε κοίταζα να απομακρύνεσαι φορώντας το Jean που κάποτε σου αγόρασα. Το Jean που ακόμη και τώρα διέγραφε τις καμπύλες σου.
Το ρούχο αυτό κουβαλούσε τώρα κάτι ακόμη. Τα δέκα χρόνια που είσαι μακριά μου. Είχε παλιώσει αλλά αυτό σε έκανε να φαίνεσαι ακόμη πιο σέξι και εμένα να κάνω ακόμη πιο πρόστυχες σκέψεις. Το φορούσες όμως μωρό μου. Μου επέστρεψες όλα μου τα δώρα αλλά αυτό το κράτησες. Το φοράς ακόμη και αυτό μου αρκεί. Και όσο θα περνάν τα χρόνια και αυτό θα παλιώνει, θα σε κάνει ακόμη πιο όμορφη, ακόμη πιο γυναίκα. Όσο αυτό θα αγγίζει το σώμα σου θα το αγγίζω και εγώ. Όσο θα λιώνει σιγά σιγά πάνω σου θα λιώνω μαζί του και εγώ...



I done ran into my baby
And finlly found my old blue jean.
I done ran into my baby
And finlly found my old blue jean.
Well, I could tell that they was mine
From the oil and the gasoline.

If I ever get back my blue jean,
Lord, how happy could one man be.
If I ever get back my blue jean,
Lord, how happy could one man be.
cause if I get back those blue jean
You know, my baby be bringin em home to me.

1 σχόλιο:

giati_baba? είπε...

Αυτό το jean φαίνεται ότι είναι όντως ξεχωριστό...και για τους δύο...